«Η ειρωνεία μιας απώλειας»
Είναι εύκολο να μιλάς γι' απώλεια. Όταν δεν την έχεις βιώσει. Μέσα στη ζωή είναι και αυτή. Έτσι δεν είναι; Μα αν ήταν μέσα στη ζωή, δεν θα ήταν απώλεια. Οι άνθρωποι μοιάζουν εξοικειωμένοι με την ιδέα του θανάτου, ακόμα και του δικού τους. Τι γίνεται, όμως, όταν ο θάνατος βρίσκει τον άνθρωπό σου; Όταν θα πρέπει να εξηγήσουν στο παιδί πόσο διαρκεί το ταξίδι για το οποίο ξεκίνησε ο γονιός; Πώς θα εξηγήσεις σε μια μάνα, γιατί το παιδί της, δε θα γυρίσει σπίτι το βράδυ; Και κάθε βράδυ από δω και πέρα; Πώς θα κοιμηθείς, μ' ένα άδειο μαξιλάρι δίπλα σου; Τότε, όμως, θα πρόκειται για κάτι παραπάνω από συνηθισμένη απώλεια. Όσα κι αν δεις, όσα κι αν ακούσεις, ποτέ δεν θα μάθεις πως είναι μια απώλεια, τι ακριβώς σημαίνει γι' αυτόν που μένει πίσω. Μέχρι μια μέρα να χτυπήσει το δικό σου τηλέφωνο. Μια φωνή ξένη στην άλλη άκρη της γραμμής! Και μόνο που θα σε προσφωνήσει με το επίθετο - όση ευγένεια κι αν κρύβει η προσφώνηση «κυρία»- αισθάνεσαι την παγωνιά, ένα κρύο πρωτόγνωρο. Έχει καταβάλει το σώμα, όλο σου το είναι. Η φωνή θα ζητήσει να προσέλθεις κάπου, γι' αναγνώριση. Το μυαλό θα υφαίνει μυριάδες σενάρια, παλεύοντας ν' αποκλείσει ό,τι πραγματικά πιστεύει και συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Πρόκειται σίγουρα για κάποιο λάθος, ο αριθμός σου βρέθηκε τυχαία πάνω στον νεκρό, σου ετοίμασαν μια μακάβρια φάρσα, πλησιάζει η Δευτέρα Παρουσία, κάτι τελοσπάντων που να μπορείς ευκολότερα να δεχτείς! Η καρδιά παγώνει -σχεδόν σταματά τον ρυθμικό της χτύπο-, τα πόδια κόβονται. Σχεδόν αρνείσαι ν' αντικρίσεις το άψυχο σώμα. Τόσο γνώριμο, μα και τόσο ξένο συνάμα. Πώς γίνεται αυτή η άκαμπτη σωρός να 'ναι ο δικός σου άνθρωπος; Πως γίνεται τόσες μυρωδιές του παρελθόντος, τόσοι ήχοι, τόσα αγγίγματα να έσβησαν δια παντός; Και τι ακριβώς σημαίνει πια για σένα το άψυχο κορμί που έχεις μπροστά σου; Πώς γίνεται να πεις πως η οδυνηρή αυτή κατάσταση είναι φυσιολογική, είναι μέσα στη ζωή; Τη στιγμή που κοιτάζεις κάποιον δικό σου να κείτεται κάτω απ' το λευκό σεντόνι, τίποτα δε μοιάζει φυσιολογικό. Επειδή ξέρεις πως δεν θα σηκωθεί ποτέ ξανά, δε θα ξανασταθεί δίπλα ή απέναντι σου, για να μιλήσετε, να γελάσετε, να τραγουδήσετε, να τρέξετε, να μαλώσετε κιόλας, βρε αδελφέ! Αδύνατον. Μη αποδεκτό. Σε κανέναν νου, σε καμιά ψυχή. Είν' άδικο να λέγεται πως οι δικές μας απώλειες είναι μέσα στη ζωή, μα και τραγική ειρωνεία συνάμα να τις αρνούμαστε...

Comments
Post a Comment