«Με αφορμή2 το ποίημα του Ζ.

1ο: 
Βγαίνοντας απ' το σχολειό, είδα έναν δρόμο μακρύ.
Έναν δρόμο που μας πήγαινε ψηλά, στον ουρανό. Εκεί πάνω στα αστέρια και το φεγγάρι. 
Έναν δρόμο που μας πάει στη θάλασσα με τα κοχύλια, και τη λαμπερή αμμουδιά, με τα ωραία βότσαλα, τα μεγάλα δροσερά κύματα και τα φειδίσια ανηφορικά μονοπάτια.
Έναν δρόμο που μας οδηγεί σε μαγεμένους δρόμους. 
Έναν δρόμο που μας γυρνάει στο παρελθόν. 
Κι έναν δρόμο που μας ταξιδεύει στο μέλλον. 
Όλα αυτά θαρρώ πως είναι ένα όνειρο, ένα όνειρο το οποίο κάθε παιδί θα ήθελε να ονειρευτεί. 
Παρ' όλα αυτά θα μπορούσε να είναι ένα αληθινό ταξίδι. Ένα ταξίδι που μας μαγεύει γλυκά κι ιδιαίτερα!
2ο. Βγαίνοντας απ' το σχολειό είδα ανθρώπους 
που 'μοιάζαν εξωγήινοι και κάτι που 'μοιαζε  μ' αυτοκίνητο. Μου είπαν κάποιοι να πλησιάσω τους εξωγήινους. Πέταξα στον ουρανό κι είδα αστέρια πέρα μακριά. Κι άλλους εξωγήινους. 
Μου ζήτησαν να φάω ό,τι θέλω. Αυτοί τρώγανε παράξενα φαγητά κι έπειτα με πήγανε  σπίτι. Ήτανε πολύ καλά. Χαιρέτησα τους εξωγήινους,  και με άφησαν στον πλανήτη μου. Κι συνέχισαν όλα καλά κι ακόμη καλύτερα! (Μ.Ε.)
3ο. Βγαίνοντας απ' το σχολειό, στο πορτάκι ένιω-σα ένα κύμα αέρα να με χτυπάει και ταυτόχρονα να με πνίγει. Έκλεισα τα μάτια. Με το που πήγα να τ' ανοίξω, φως μεγάλο κι έντονο ξεπρόβαλε μπρος στις κόρες των ματιών μου. Ένιωθα να πετάω.
Δεν υπήρχε έδαφος. Υπήρχε η μεγάλη ανατριχίλα της δύναμης και της ταχύτητας π' ακουμπούσε το σώμα μου. Ξαφνικά όλα σταμάτησαν, μαζί τους κι εγώ. Τα πάντα σκοτεινά. Άκουγα φωνές, πολλές φωνές. Ίσως και παιδικές φωνές. Έτσι άνοιξα γρήγορα τα μάτια κι αντίκρισα παιδάκια πολλά. Περνούσαν τη διάβαση κι η τροχονόμος τους καθοδηγούσε. Μα τι λέω; Εγώ είμαι αυτή!
Εγώ; Σοβαρά εγώ; Ναι όντως... Το μέλλον μου είναι, ίσως; Σας είχα πει και σε προηγούμενο μάθημα τι θέλω ν' ακούσω; Σωστά;
Όπα, σκοτείνιασαν πάλι όλα! - Μαμά, ε, μαμά!
-Χάχαχα, εμένα φωνάζουν;
Δυο πανέμορφα αγγελούδια να φωνάζουν μαμά εμένα; Μα, εμένα;
Ναι, εμένα. Φωνές από εδώ, φωνές από εκεί... Παντού φωνές. Ξαφνικά άκουσα και τη δική μου μαμά. Μα, πώς; - Ξύπνα, ξύπνα, παιδί μου, επιτέλους! Έλεγε. Έτσι κατάλαβα πως το μέλλον μου διαδραματιζόταν σ' ένα όνειρο, πάνω στο κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Και συνεχίζεται ανάλογα! (Ξ.Λ.)
4ο. Βγαίνοντας απ' το σχολειό, αντίκρισα έναν μακρύ και ίσιο δρόμο, που ήτανε τελείως άδειος. Το μόνο που υπήρχε επάνω του ήτανε ένα αυτοκίνητο που περίμενε να μπω, για να με
ταξιδέψει στον χρόνο. Έτσι μπήκα και πήγα στο μέλλον. Εκεί είδα πολύ όμορφα πράγματα. Κι όταν πήγα στο παρελθόν, είδα πράγματα που δε θα έβλεπα ποτέ στη ζωή μου, διότι, όπως ξέρουμε όλοι, ο χρόνος πίσω δε γυρίζει. Όταν τελείωσε κι  αυτό το ταξίδι και κατέβηκα πάλι στο σχολείο, μια σιδηροδρομική γραμμή εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Έτσι ανέβηκα εκεί και ταξίδεψα σε όλον τον κόσμο με τρένο, με αεροπλάνο μέχρι
και με αερόστατο. Όμως δε σας είπα το καλύτερο!
Όταν ταξίδευα με το αερόστατο, έσκασε το
μπαλόνι, οπότε πέσαμε σε μια τρύπα, που έφτανε  στα έγκατα της γης. Εκεί  συνάντησα έναν άλλο κόσμο που τα πάντα μιλούσαν μ' ανθρώπινη λαλιά. Όταν γύρισα στο σχολειό, είχαν περάσει πολλά χρόνια και είδα πως τα πράγματα είχανε παραμείνει ίδια. Ένα μόνο είχε αλλάξει. Είχα χάσει τους δικούς μου ανθρώπους! (Χ.Κ.)
5ο. Βγαίνοντας απ' το σχολειό μας, συνάντησα ένα ηφαίστειο γεμάτο με λάσπη και σπίτια τα οποία πετάγονταν στον ουρανό κι έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα. Μετά όλα τα κομμάτια -που έσκαγαν- επέστρεφαν ξανά πίσω στο ηφαίστειο. Στον δρόμο όμως συναντήσαμε και κάτι ανθρώπους οι οποίοι δεν ήταν σαν εμάς. Ήταν διαφορετικοί, γιατί δεν είχανε σώμα και χαρακτηριστικά ανθρώπου, αλλά χαρακτηριστικά σκίουρου. Παρόλο που δεν έμοιαζαν μ' ανθρώπους, ωστόσο μιλούσαν σαν άνθρωποι και συμπεριφερόταν λογικά, όπως εμείς. Μετά συναντήσαμε ένα αυτοκίνητο το οποίο ήταν σαν ιπτάμενο, μόνο που δεν είχε ρόδες αλλά κάτι φτερά για ρόδες. Στο τέλος, αναγκαστήκαμε να περάσουμε μέσα από το ηφαίστειο, για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που έμοιαζαν με σκίουρους. Επίσης, χρειάστηκε να πάρουμε το αυτοκίνητα που πετούσε, για να γυρίσουμε πίσω στο σπίτι. (Π.Κ.)


Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»