«Εις μάτην...»

Δεν πάνε πολλά χρόνια που συνάντησα τον παππού για τελευταία φορά. Τότε μου είχε διηγηθεί μια πολύ όμορφη ιστορία αγάπης. Τη βίωσε στην εποχή της κατοχής από τους Γερμανούς, το 1940. 
    Ο παππούς ήταν ο πιο γνωστός κι ικανός ψαράς σε όλη την επαρχία Ευβοίας. Ήταν πολύ εργατικός. Μόλις 16 χρονών κι είχε ήδη κερδίσει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη των συγχωριανών του.     
    Δούλευε ακατάπαυστα, αγόγγυστα, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Κάθε πρωί ξυπνούσε, έκανε την προσευχή του και συνέχιζε προσηλωμένος στον στόχο κάθε μέρας: να κατέβει στο λιμανάκι της περιοχής, να ανέβει στο μικρό καΐκι και να παλέψει για τον επιούσιο, ψαρεύοντας. Όλα έβαιναν αισίως, δύσκολα μα ικανοποιητικά. Τελείωνε το ψάρεμα καθεμία ημέρα κι επέστρεφε στο σπιτικό του γαλήνιος.      
   Τη νύχτα εκείνη είχε δέσει το καΐκι κι ήταν έτοιμος για τη συνήθη διαδρομή.       
    Ξαφνικά βλέπει μια γυναίκα  στην άκρη της ακτής να κάθεται λυπημένη στα βράχια. Ταράχτηκε, σκοτείνιασε η ψυχή του! Ήταν ασυνήθιστο την εποχή εκείνη -της κατοχής- να κυκλοφορεί ο κόσμος σε ώρα απαγορευμένη, ειδικότερα μια γυναίκα. Πέντε λεπτά αργότερα αποφάσισε ν' απομακρυνθεί από εκεί. Καθώς έφευγε, κοιτούσε ακόμη τη μορφή της γυναίκας. Ασυναίσθητα, χωρις να το πολυκαταλαβαίνει. Προβληματισμένος πέρασε την υπόλοιπη μέρα ο νεαρός άντρας. Χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον λόγο παρουσίας μιας γυναίκας εκεί, στην παραλία. Ο νους του ήτανε μπερδεμένος! Κι έτσι δεν έκλεισε μάτι όλο το βράδυ. 
Το πρωί προσπάθησε να το ξεχάσει. Ετοιμάστηκε για μια συνηθισμένη μέρα ψαρέματος. Φτάνοντας στο λιμάνι, κοίταξε προσεκτικά σ' όλα τα σημεία της ακτής. Δεν την βρήκε πουθενά. Έλυσε το καΐκι του και συνέχισε τη δουλειά του, το ψάρεμα. Στον τελειωμό, κάτι αναπάντεχο τον περίμενε στην επιστροφή: ήτανε η  ίδια κοπέλα στα βράχια, η ίδια μορφή, 
στην ίδια στάση, με το ίδιο πρόσωπο ν' αγναντεύει το πέλαγος. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι όσο θάρρος διέθετε και πήγε να της μιλήσει.
-Τι κάνεις εδώ, μόνη μια γυναίκα, σε μια τόσο δυσκολη περίοδο; 
- Δεν ήθελα να σ' ενοχλήσω! Είμαι η κόρη του κ. Δασκαλάκη. 
- Ώστε είσαι η κόρη αυτουνού; Του πλουσιότερου και πιο βάρβαρου ανθρώπου της επαρχίας μας; Παρά ταύτα, τι γυρεύεις εδώ τέτοια ώρα;
- Ο πατέρας μου καθημερινά σκοτώνει ανθρώπους...όσους πολίτες του χρωστούν χρήματα! Κι αυτό μπροστά στα μάτια μας! Έτσι, προσπαθώ να φεύγω όσο πιο μακριά, πιο συχνά και για μεγαλύτερο διάστημα μπορώ.
   Η συζήτησή τους συνεχίστηκε για πολύ ώρα και ο καθένας αποκάλυψε τα μυστικά και μοιράστηκε το πρόβλημα του με τον άλλον. Άρχισαν σιγά σιγά (με το καθημερινό της κουβέντας τους να δένονται πολύ
οι δύο τους. 
    Ως οι μόνοι έφηβοι του χωριού, ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον. Κάθε μέρα την ίδια ώρα, στο ίδιο σημείο συναντιούνταν και προσπαθούσαν να περάσουν όμορφα, όσο ήταν εφικτό για την εποχή. 
    Μια μέρα -για κακή τους τύχη- ένας άθλιος, δούλος του μεγάλου αφεντικού τον ενημέρωσε πως η κόρη του συναναστρέφεται τον ψαρά της περιοχής. Εκνευρισμένος εκείνος ενημέρωσε την κόρη πως φεύγουν άμεσα! Θα μετακόμιζαν σ' άλλη χώρα ή άλλη επαρχία.
-Δεν μου αρέσει καθόλου η επαφή σου μ' αυτόν! Να μην ξαναδείς τον νεαρό άντρα!
Και χωρίς καν να προλάβει να μηνύσει στον μικρό ψαρά σχετικά, το καράβι έφτασε για την επιβίβαση τους.
- Ανεβείτε όλοι επάνω! Φώναζε, ωρυόμενος ο ισχυρός άνδρας πώς η δική του κόρη δε θα ρίξει τα μάτια της τόσο χαμηλά, αλλιώς προτιμούσε να την αφανίσει!
Τη στιγμή που επέστρεψε ο νεαρός  από την καθημερινή του εργασία, δεν πίστευε στα μάτια του! Το κορίτσι που ερωτεύτηκε είχε φύγει μακριά, χωρίς καν να προλάβει να της πει μια τελευταία λέξη, ένα αντίο. Ήτανε πλέον αργά!
-Ήσουν  ο μόνος άνθρωπος που είχα δικό μου! φώναξε ο νεαρός  άνδρας. Φανερά απογοητευμένος, συντετριμμένος από τον σκληρό κι άδικο χωρισμό άλλαξε τελείως ως άνθρωπος. Από κείνη τη μέρα δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος! Χαρούμενος ή γελαστός. Μόνο εργατικός παρέμεινε, ώσπου να κάνει τη δική του περιουσία. Ή και εργασιομανή θα τον έλεγες, μήπως και τη λησμονήσει. Εις μάτην, όμως!

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»