«Η καταιγίδα»

Μια φορά είχα πάει στο χωριό της γιαγιάς κοντά στη θάλασσα. Εκείνο το Σαββατο-κύριακο, στην αρχή της Άνοιξης, έτυχε να είναι πολύ ζεστό. Ένιωθα να πλησιάζει το καλοκαίρι.                   
 Ήμουν στην αυλή, όταν ξαφνικά ισχυρός άνεμος άρχισε να φυσά. Ο ουρανός σκοτείνιασε. Κατάλαβα πως έρχεται μεγάλη καταιγίδα. Ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθώ πως μετατρέπεται ο ουρανός σε «πεδίο μάχης», όπου δύο στρατοί πολεμούν μεταξύ τους. Ένα  γιγαντιαίο σύννεφο απλώθηκε και κάλυψε ολόκληρο τον ήλιο. Ο ζεστός άνεμος γινόταν ολοένα πιο κρύος και δυνατότερος. Ο κεραυνός ακουγόταν στο βάθος. Βάλαμε  όλα τα πράγματα γρήγορα μέσα, όσα μπορούσαν να βραχούν. Εμείς αποχωρήσαμε βιαστικά. Καταλήξαμε στο άνετο σπίτι μας, που έμοιαζε τόσο ζεστό.         
    Η καταιγίδα ξεκίνησε με καταρρακτώδη βροχή. Όλο το χωριό είχε μαυρίσει. Από μακριά φαινόταν αφύσικα αγριεμένη η θάλασσα. Μεγάλες σταγόνες νερού άφηναν μαύρες κηλίδες στην άσφαλτο, μπροστά στο σπίτι. Η βροχή δυνάμωνε. Αστραπές, βροντές και κεραυνοί μάχονταν στον ουράνιο θόλο για το έπαθλο μιας δύναμης πρωτόγονης. Το φως μιας αστραπής φώτισε τα πάντα γύρω, για δύο δευτερόλεπτα, και τα μάτια μου σχεδόν τυφλώθηκαν. Έτσι ξαφνικά που ήρθε η καταιγίδα, θα μπορούσα να τρομάξω. Μα για κάποιον παράξενο λόγο το σοκαριστικό συμβάν μ' έκανε να χαρώ πολύ.                          
    Σαν να 'μουν συγκλονισμένη  απ' την εξωπραγματική ενέργεια των στοιχείων. Ήθελα να μάθω πόσο γρήγορα θα βραχούν τα ρούχα μου (αν μέναν έξω στη βροχή), σε πόση  ώρα θα μπορούσε να πλημμυρίσει το υπόγειο, αν υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή μας...                                                      Πιστεύω πως από εκείνη τη μέρα  μπορεί να μείνει αξέχαστος ο φόβος κι ο πανικός μας. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν θ' άρεσε καθόλου στην γιαγιά μου!                            
    Έτσι ξαφνικά, όπως άρχισε έτσι απότομα και τελείωσε. Όχι όχι, δεν μετατράπηκε σε  αηδιαστική βροχή, όπως συμβαίνει το φθινόπωρο. Απλώς εξαφανίστηκε. Σαν ένα αόρατο χέρι με μια απότομη κίνηση να έδιωξε τα σύννεφα κι όλη την καταιγίδα
   Και έξαφνα ένας φωτεινός ήλιος έλαμψε
 πάνω μας, προσπαθώντας να στεγνώσει τις τεράστιες λακκούβες που έμειναν
 αποτύπωμα μιας ξεχωριστής βροχής. Η μέρα συνεχίστηκε με μια τραχειά φωνή να
 με ξυπνά από τον λήθαργό μου: 
«Επιτέλους, ξύπνα, παιδί μου! Ποιος σου
 είπε πως μπορείς να κοιμάσαι στην τάξη;»
Ήταν, λοιπόν, ψέματα ή όραμα όλα τα παραπάνω;

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»